Εγκαίνια Ιερού Ναού στο τέρμα του Ινδικού Ωκεανού (ΦΩΤΟ)

Εγκαίνια Ιερού Ναού στο τέρμα του Ινδικού Ωκεανού (ΦΩΤΟ)

Σκέφτομαι αὐτὲς τὶς μέρες, τὶς χαρμόσυνες καὶ γιορτινές, πὼς ὁ Θεὸς εὐλόγησε ὂλ’ αὐτὰ τὰ χρόνια, παρ’ ὅλες τὶς ἀδυναμίες μας, τοὺς προβληματισμούς μας καὶ τὶς ἐλλείψεις μας · ἦταν πανταχοῦ παρὼν καὶ πρωτοπόρος στὶς προσπάθειες, τοὺς κόπους, τὶς θυσίες, τὰ δάκρυα, τοὺς ἀγῶνες, τὶς ἀγωνίες, τοὺς κινδύνους, τοὺς πειρασμούς, τὶς θλίψεις, τὶς χαρές, τὶς ἀπογοητεύσεις, μὲ ὅλους ὅσοι ἔταξαν ὡς σκοπὸ καὶ ἀπόφαση στὴ ζωή τους νὰ δοῦν ὅτι ὁ λόγος τῆς ἀλήθειας καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου βρίσκει θέση μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνευαγγελίστων λαῶν, ὄχι μόνο της Κένυας ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρης τῆς Ἀφρικανικῆς Ἠπείρου.

Ἃς εἶναι εὐλογημένο καὶ δεδοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ ποὺ ἄνοιξε νέους ὁρίζοντες καὶ ἔδωσε καινούριους ὁραματισμοὺς γιὰ τὸ μπόλιασμα καὶ φύτεμα τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης καὶ Παράδοσης, μέσα στὶς ἀθῶες καὶ γιὰ αἰῶνες ἀναμενόμενες ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ποὺ γνώριζαν, ὡς τότε, μόνο το σκότος καὶ τὴν ἄγνοια.

Τὸ ταξίδι δὲν ἦταν εὔκολο. Ἔπρεπε νὰ διανύσουμε 2500 χιλιόμετρα γιὰ νὰ φθάσουμε στὸν τελικό μας προορισμό. Δὲν μπορούσαμε νὰ κάνουμε τὸ ταξίδι χωρὶς διακοπῆ.

Διανυκτερεύσαμε σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πόλεις, στὸ Μαλίντι, ποὺ βρίσκεται μετὰ τὴν παραλιακὴ καὶ τὸ μεγάλο λιμάνι τῆς Μομπάσας. Φθάσαμε ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἑπομένης.

Διασχίσαμε δάση καὶ ζοῦγκλες, βουνὰ καὶ ποτάμια καὶ τελικὰ κατευθυνθήκαμε στὸν ὑπὸ ἐγκαινιασμὸ ναό. Μεγαλοπρεπής, δεσπόζει στὸ κέντρο τῆς μικρῆς ἀλλὰ σημαντικῆς πόλης, τὸ Μπεκετόνι, ἀκριβῶς ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ἡ νῆσος Λάμου.

Συναντήσαμε τὸν ἱερέα μὲ τοὺς πιστοὺς καὶ ἀρχίσαμε τὰ σχετικὰ γιὰ τὰ ἐγκαίνια τῆς ἑπόμενης μέρας. Οἱ ἄνθρωποι τῆς περιοχῆς αὐτῆς αἰσθάνθηκαν μιὰ ἀπερίγραπτη χαρὰ καὶ εὐλογία,γαιτὶ θὰ ἐγκαινιαζόταν ὁ πρῶτος ὀρθόδοξος ναὸς σ’ αὐτὴ τὴν τόσο ἀπομακρυσμένη περιοχή.

Θὰ πρέπει ν’ ἀναφέρω ὅτι ἐδῶ ἔγιναν οἱ πρῶτες σφαγές, κατὰ τὸν περασμένο χρόνο καὶ θεωρεῖται ὄχι καὶ τόσο ἀσφαλής. Ἐμεῖς βάλαμε τὸν σταυρό μας, μαζὶ μ’ ἕναν ἱερέα καὶ δύο ἱεροδιακόνους καὶ ἄλλους νέους καὶ πορευθήκαμε.

Κάναμε τὸ καθῆκον μας καὶ εὐχαριστήσαμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴ μεγάλη αὐτὴ εὐκαιρία καὶ εὐλογία ποὺ μᾶς χάρισε. Κάποιος αἰσθάνεται σ’ αὐτὰ τὰ μέρη ὅτι ὁ Δημιουργός, Κύριος καὶ Θεὸς μας εἶναι πανταχοῦ παρὼν καὶ κατευθύνει τὰ βήματά μας, τὶς σκέψεις καὶ τὴ ζωή μας γιὰ τὴν προαγωγὴ τοῦ σωτηρίου μηνύματός Του στοὺς ταλαιπωρημένους καὶ στερουμένους συνανθρώπους μας.

Ἡ πορεία πρὸς τὰ Ἔθνη εἶναι μιὰ πραγματικότητα καὶ ἀναπαύει καὶ ξεκουράζει βαθύτατα τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ μακριὰ καὶ δὲν ἔχει εὐκαιρίες σὰν κι αὐτὲς τῶν ἐγκαινίων ποὺ τελέσαμε, ὕστερα ἀπὸ μακρὰ προετοιμασία καὶ προσευχὴ (28 Δεκεμβρίου 2016).

Ἀκούστηκαν ἐδῶ, στὰ πελάγη τοῦ Ἰνδικοῦ Ὠκεανοῦ σὲ τόσον συγκλονιστικὲς καὶ βαθιὲς σὲ νοήματα εὐχὲς στὴν τοπικὴ διάλεκτο τῆς χώρας καὶ οἱ ἄνθρωποι συμμετεῖχαν ἐνεργὰ ἀπὸ τὴν τυπωμένη ἀκολουθία.

Ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν ἄκρως συγκινητικὴ καὶ ἡ δυναμικὴ παρουσία τῆς Ὀρθόδοξιας ἔδωσε ἕνα μήνυμα ἐλπίδας καὶ παρηγοριᾶς σ’ αὐτὸν τὸν ἁπλοϊκὸ καὶ καθαρὸ στὴν καρδία ἄνθρωπο. 

Ἔτσι ὅπως ἀντίκρισα τὸ ὡραῖο καὶ ὄμορφο περιβάλλον τῆς φύσης ποὺ νόμιζε κανεὶς ὅτι βρισκόταν ἀκόμα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, τὸν ἀπέραντο ὠκεανό, καλύτερο ὄνομα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ παρὰ ἐκεῖνο τῆς Ἀναστάσεως Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Στὸ κήρυγμά μου, μετὰ τὴν τέλεση τῶν ἐγκαινίων, εἶπα ὅτι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ἀποτελοῦσε καὶ συνεχίζει μέχρι σήμερα νὰ εἶναι ἀστείρευτη πηγὴ ἐλπίδας, λυτρωτικῆς χαρᾶς, ἀλήθειας πίστης καὶ ἀρετῆς.

Καὶ ἐπειδὴ βρισκόμαστε σὲ μιὰ περιοχὴ ποὺ ὑπέφερε τὰ δεινὰ μὲ τὶς σφαγὲς καὶ τὴ δημιουργία τραγικῶν συνθηκῶν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐδῶ γύρω – ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρω ὅτι δὲν μπορούσαμε νὰ φθάσουμε στὸν προορισμὸ μας χωρὶς τὴν ὑποχρεωτικὴ συνοδεία ὁπλισμένων ἀστυνομικῶν καὶ στρατοῦ – τὸ ὑπέροχο κείμενο τῆς Ἀποκαλύψες (Κέφ. 21, στίχ. 45) σκέφτηκα ὅτι θὰ ἦταν τὸ πιὸ ἀπαραίτητο γιὰ τὴν περίπτωση· «Θὰ ἐξαφανίσει ὁ Θεὸς ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων κάθε δάκρυ καὶ ὁ θάνατος δὲν θὰ ὑπάρχει πιά, οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ θρήνου οὔτε πόνος θὰ ὑπάρχει πιά. Διότι οἱ προηγούμενες θλίψεις καὶ κακοπάθειες πέρασαν γιὰ πάντα.

Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς ... Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ τὰ πάντα.» Μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση Του, ὁ Χριστὸς συνέτριψε τὶς πύλες τοῦ Ἅδη καὶ μιὰ κραυγὴ ἐσωτερικῆς χαρᾶς πλημμύρισε τοὺς ἀνθρώπους τότε καὶ συνεχίζει μέχρι σήμερα νὰ σιγοτραγουδάει τὸν παιάνα τῆς νίκης καὶ τοῦ θριάμβου.

Μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας, τοῦ φόβου καὶ τῆς νύκτας, ξεπροβάλλει ἡ λυτρωτικὴ μορφὴ τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ καὶ φέρει πλούσιο, ἄπλετο φῶς, μέσα σ’ ἐκείνη τὴν σταυροαναστάσιμη εἰκόνα τῆς δεινοπαθούσης ἀνθρωπότητας.

Καὶ ἐδῶ ὕψωσα τὸν τόνο τῆς φωνῆς μου, ποὺ τραυματισμένοι καὶ φοβισμένοι ἀκόμα ἀπὸ τὶς τραγικὲς στιγμὲς τῶν πρόσφατων γεγονότων ποὺ ἔχασαν τὴ ζωή τους, τὰ σπίτια τους καὶ τὰ ὑπάρχοντά τους, μόνο ὁ ναὸς μας ἔμεινε ἀκέραιος, φώναξα -φωνὴ μεγάλη- «Φωτίζου, φωτίζου, νέα Ἱερουσαλὴμ ... Ἡ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλεν ... Ἐπὶ σὲ φανήσεται Κύριος καὶ ἡ δόξα αὐτοῦ σε ὀφθήσεται».(Προφήτης Ἠσαΐας 60, 1-2)

Τὰ τραύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅσο κι ἂν ἦταν βαθιὰ καὶ πλήγωσαν τὸν ἴδιο ψυχικὰ καὶ σωματικά, ὑπῆρξαν στὴν πραγματικότητα βάλσαμο θεραπείας καὶ πηγὴ χαρᾶς γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο καὶ κουρασμένο ἄνθρωπο, ποὺ ὑπέφερε, ὅπως ἀκριβῶς ἔζησαν καὶ ζοῦν ἀκόμα οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι αὐτὴ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου βρίσκει πλήρη ἀνταπόκριση καὶ συμπίπτει μὲ τὰ γεγονότα ποὺ ἔζησαν οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ μποροῦμε ἄνετα νὰ ἀναφωνοῦμε «Καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἠμᾶς ἐξεγερεῖ» (Ἃ΄ Κορινθ. 6/14).

Καὶ τέλος «ἐπ’ Αὐτῶ ἔθνη ἐλπιούσιν» (Ρωμ. 15/12). Σὰν νὰ γράφτηκαν οἱ στίχοι αὐτοὶ στὴν πραγματικότητα γι’ αὐτὴ τὴ συγκεκριμένη περίπτωση τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τῆς περιοχῆς.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ μήνυμα αὐτὸ τὸ εἶχαν ἀνάγκη, γιατί ἀπὸ τὶς συχνὲς ἐπαφὲς καὶ τὴν ἐπικοινωνία μου μὲ τὸν ἱερέα τῆς ἐνορίας ἔβλεπα ὅτι ἀναζητοῦσαν νὰ δοῦν κάποιο φῶς, κάποια ἐλπίδα.

Ἔτσι, τώρα, φυλές, ἔθνη καὶ λαοί, ἐδῶ, σ’ αὐτὸ τὸ ἀπομακρυσμένο καὶ τραυματισμένο κομμάτι τῆς ὑφηλίου θὰ καταλάβουν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζονται ἀλλὰ νὰ γνωρίζουν ὅτι μὲ τὸν Ἀναστημένο Χριστὸ θὰ μποροῦν, τώρα, νὰ ἐπικοινωνοῦν ἄμεσα μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ θὰ τοὺς δίνει δυνάμεις σωματικὲς καὶ πνευματικὲς γιὰ τὴν κατὰ Χριστὸ σωτηρία καὶ ἐλπίδα.

Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔρχεται νὰ συμπληρώσει, μιὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε ἐκεῖνο τὸν τιμητικὸ καὶ ἐπίζηλο τίτλο «σκεῦος ἐκλογῆς μοὶ ἔστιν οὗτος τοῦ βαστᾶσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων (Πράξ. 9/15).

Ἐνῶ χαράσσω τὶς γραμμὲς αὐτὲς πάνω στὸ ἄψυχο χαρτί, μοῦ ἔρχεται μ’ ἕναν τρόπο αἰνιγματικὸ καὶ αὐθόρμητο, ἂν ἦταν, λέω, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τί θὰ ἔλεγε γιὰ τοὺς κόπους, τὶς θυσίες καὶ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἐξάπλωση καὶ θεμελίωση τῆς πίστεως τοῦ Θεανθρώπου μετὰ ἀπὸ τὴ δική του ἐκστρατεία σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους;

Ἔγινε, λοιπόν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μετὰ τὴ μεταστροφή του, ἀπὸ διώκτης καὶ ἐχθρός του Χριστοῦ, κήρυκας διαπρήσιος καὶ θέλησε αὐτὸ τὸν πολύτιμο θησαυρὸ ποὺ ὁ ἴδιος ἀπέκτησε, μ’ ἕνα θαυματουργικὸ τρόπο, νὰ τὸν μεταφέρει στοὺς ἐγγὺς καὶ στοὺς μακράν, γιὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὶς δοκιμασίες τῶν παθῶν καὶ τῶν πειρασμῶν, ποὺ τοὺς κοσμοῦσαν περισσότερο, μέσα σ’ ἐκεῖνο τὸ κοσμικὸ πνεῦμα καὶ τὸν ὁλοφάνερο ἐμπαιγμὸ τῶν συμπατριωτῶν Του.

Αὐτός, λοιπόν, ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, Παῦλος, ποὺ ἔγινε σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ὄργανο τοῦ Θεοῦ, κήρυξε, ὅπου πῆγε, ἐκεῖνο τὸ αἰώνιο μήνυμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Φωτίστηκε ὅλη ἡ οἰκουμένη τῆς τότε δεινοπαθούσης ἀνθρωπότητας.

Εἶχε τόση ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, ἦταν πεπεισμένος γιὰ τὴ μοναδικότητα τοῦ λυτρωτικοῦ του μηνύματος ποὺ θέλησε νὰ μὴν τὸ κρατήσει μόνο γιὰ τὸν ἑαυτὸ του ἀλλὰ νὰ τὸ μεταφέρει ὅπου ἦταν δυνατό, στὸν τότε γνωστὸ κόσμο.

Καὶ ἰδού, δύο χιλιάδες χρόνια μετά, μεταφέρεται καὶ δῶ καὶ παντοῦ, αὐτούσιο, αὐθεντικὸ καὶ μὲ ἐπιτυχία σαγηνεύει τοὺς ἀνθρώπους κάθε φυλῆς καὶ ἔθνους.

Ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη καὶ ἰδιαίτερα ἐδῶ κάτω, σ’ αὐτὴ τὴν τόσο ξεχασμένη καὶ παραγκωνισμένη γῆ, ἔρχεται ξανὰ σήμερα μὲ τὸν ἐγκαινιασμὸ αὐτὸ στὸ ὄνομά Του νὰ φέρει τὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνης, τῆς καταλλαγῆς, τῆς συμφιλίωσης, τῆς ἰσότητας «τοῖς πάσι γέγονε τὰ πάντα ἴνα πάντως τινὰς σώσει» (Ἃ΄ Κορινθ. 9/22).

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτοὶ ποὺ ἀποδείχθηκαν νὰ γίνουν μέλη τῆς ἀναμορφώνει τοὺς συντετριμμένους καὶ γιὰ ὅλους παραδέχεται ὅτι «Ἔλλησι τὲ καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τὲ καὶ ἀνοητοις ὀφειλέτης εἰμὶ» (Ρωμ. 1/14) καὶ στὴ δική μας τὴν περίπτωση, ἐδῶ στοὺς ἀνθρώπους τῶν φυλῶν τῆς περιοχῆς αὐτῆς, ὅπου κτίστηκε ὁ περικαλλὴς αὐτὸς ναός, γιὰ νὰ θυμίζει τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὴ γῆ καὶ νὰ διαλαλεῖ διαχρονικὰ ἐκεῖνο τὸν περίφημο ὕμνο τῆς ἀγάπης ποὺ ὁ ἴδιος εὐεργετήθηκε καὶ στὴ συνέχεια, μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν λόγων της, βοήθησε ὅλο τὸν κόσμο καὶ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας παραμένει ὁ πιὸ ἰσχυρὸς δυναμικὸς παράγοντας γιὰ τὸ κτίσιμο μιᾶς μόνιμης, πρῶτα, κατοικίας, ἐδῶ γιὰ τὴν ψυχή μας καὶ στὴ συνέχεια στὴ Βασιλεία Του στὰ Ἐπουράνια, ἐκεῖ ποὺ τελικὰ ὅλοι μας θὰ καταλήξουμε καὶ θὰ πορευθοῦμε.

Αὐτὸ ἦταν τὸ μήνυμά μου, ἔτσι ὅπως ἔβλεπα τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανοὺς τῆς καταπιεσμένης ἀπὸ τὰ δεινά της περιοχῆς αὐτῆς, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐγκαινίων σήμερα.

Κοίταζαν μὲ ὁλάνοιχτα τα μάτια τῆς ψυχῆς τους καὶ ἤθελαν νὰ τοὺς προσφέρει κανεὶς ὅ,τι καλύτερο, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ συνεχίσουν τὴν πορεία τους, ἔτσι ὅπως τὴν ἔζησα τὶς στιγμὲς ποὺ ἤμουν μαζί τους.

Εἶδα, γιὰ μιὰ στιγμή, ὅτι μεγάλα στρατιωτικὰ αὐτοκίνητα μὲ ὁπλισμένους στρατιῶτες περιπολοῦσαν κάθε λίγο καὶ λιγάκι, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι ὅλα κυλοῦσαν ἤρεμα. Ἄφησα πίσω μου ἕνα κομμάτι τῆς ψυχῆς μου καὶ τοὺς ὑποσχέθηκα ὅτι θὰ τοὺς ἔχω στὶς ταπεινές μου προσευχές, μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Κύριος θὰ τοὺς προστατεύει, ὅπως ἔκανε μέχρι τώρα.

Ἔφυγα ἀλλὰ ἡ σκέψη μου θὰ εἶναι συνέχεια κυριολεκτικὰ «καρφωμένη» ἐκεῖ στὸ πουθενά, ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀγάπησαν ὁλόψυχα τὸν Χριστό μας.

Υ.Γ. Δὲ θὰ ἤθελα νὰ κλείσω τὴ σημερινὴ περιγραφή μου, χωρὶς νὰ ἀναφέρω τὸ πιὸ κάτω περιστατικὸ ποὺ συνέβη, ἐνῶ ἔντρομοι ἀκολουθούσαμε τὸ ἀστυνομικὸ περιπολικὸ μὲ τοὺς ἔνοπλους στρατιῶτες καὶ πίσω του μιὰ ἀτέλειωτη ἁλυσίδα λεωφορείων καὶ ἰδιωτικῶν αὐτοκινήτων, ποὺ τελείωνε καὶ πάλι πίσω μὲ ἕνα μεγάλο φορτηγό, στρατιωτικὸ πάλι, μὲ ἔνοπλους στρατιῶτες.

Ἐνῶ, λοιπόν, ὅλοι ἔτρεχαν μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα, γιὰ νὰ φθάσουν πρὶν τὴ δύση τοῦ ἥλιου στὴν ἑπόμενη πόλη – ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ πῶ ὅτι ὅταν μπήκαμε στὴν ἐπικίνδυνη ζώνη τῆς περιοχῆς, ἔγινε κανονικὸς ἔλεγχος τῶν πάντων μέχρι ποὺ ζήτησαν ἀκόμα καὶ διαβατήρια σὰν νὰ μπαίναμε σὲ ξένη χώρα – χάλασε ἕνα ἀπὸ τὰ αὐτοκίνητά μας καὶ μείναμε στὸ πουθενά, ἀνάμεσα σ’ ἕνα πυκνὸ δάσος μὲ ἄγρια ζῶα. Τρόμος καὶ φόβος μᾶς κατέλαβε ὅλους.

Ὅλοι ἔτρεχαν νὰ προλάβουν νὰ φθάσουν μὲ τὴ συνοδεία τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἀστυνομίας. Δὲν ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ εἶχα, προσωπικά, παρόμοια περιπέτεια. Τί νὰ κάνουμε τώρα;

Μιὰ φορὰ ἐπικαλέστηκα τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, ὁ ὁποῖος μ’ ἕνα θαυμάσιο κι ἀόρατο τρόπο ἐπενέβη, ἔγινε μηχανικὸς αὐτοκινήτου, μᾶς διόρθωσε τὸ αὐτοκίνητο καὶ μπορέσαμε νὰ συνεχίσουμε τὴν πορεία μας μέσα στὴ μαύρη νύχτα.

Τώρα τί κάνουμε; Εἴμαστε δυὸ αὐτοκίνητά τῆς ἱεραποστολῆς. Ἕνα μικρὸ φορτηγὸ μὲ τὸ ὁποῖο κουβαλούσαμε τὶς ἀποσκευὲς μας – εἴμαστε ἐν ὄλω 11 ἄτομα- τέσσερις κληρικοὶ κι ἕνα ἐπιβατικὸ μικρό.

Ποιὸς νὰ σταματήσει; Ὅλοι ἔτρεχαν νὰ σωθοῦν. Κάναμε νοήματα σ’ αὐτοὺς ποὺ περνοῦσαν. Δὲν μᾶς ἔδιναν σημασία ἀπὸ φόβο, φυσικά, ἀλλὰ σταματοῦσαν ἀπὸ περιέργεια κι ἔτσι ἀφήσαμε τὶς ἐλπίδες μας στὸν Θεό.

Γιὰ μιὰ στιγμὴ σταματᾶ ἕνα ἰδιωτικὸ αὐτοκίνητο καὶ βγαίνουν ἀπὸ μέσα δύο μουσουλμάνοι, τοὺς ἀντιληφθήκαμε ἀπὸ τὴν ἐνδυμασία τους.

Ἤξεραν ἤδη πῶς αἰσθανθήκαμε, ὅταν τοὺς εἴδαμε καὶ ἀμέσως, προτοῦ καλὰ – καλὰ κάνουμε ὁποιαδήποτε κίνηση, μᾶς προφθασαν καὶ εἶπαν: «Δὲν εἴμαστε τζιχαντιστὲς οὔτε Ἀλσεπάπ. Εἴμαστε ἀδέλφια σας, θέλουμε νὰ σᾶς βοηθήσουμε, ποιὸ εἶναι τὸ πρόβλημά σας;»

Ἀνακουφιστήκαμε ὅλοι μας. Ἡ σκηνὴ αὐτὴ χρειάζεται εἰδικὴ προσοχή. Τὸ μόνο ποὺ μπορούσαμε ἐκείνη τὴ στιγμὴ νὰ κάνουμε ἦταν ὅτι ἔπρεπε νὰ δέσουμε τὸ χαλασμένο αὐτοκίνητο πάνω στὸ ἄλλο καὶ νὰ μπορέσουμε νὰ μετακινηθοῦμε. Ἀμέσως οἱ μουσουλμάνοι εἶχαν ἕτοιμο το σχοινὶ καὶ προπαντὸς νερό.

Ἔτσι, μπορέσαμε νὰ ξεκινήσουμε καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ σταματήσει ἡ ταλαιπωρία μας αὐτή. Ὁπωσδήποτε ἡ ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁλοφάνερη.

Ἀπὸ χρόνια, τώρα, ἤθελα νὰ τελέσω τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ αὐτοῦ. Δυστυχῶς οἱ συνεχεῖς ἐπιθέσεις καὶ σφαγὲς τῶν ἀμάχων καὶ ἀθώων χριστιανῶν ἀπὸ τοὺς φανατικοὺς Τζιχαντιστὲς στάθηκαν ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐκεῖ ἀποστολή μας.

Τὸ ἀνέβαλλα καὶ περίμενα νὰ ἔλθει ἡ κατάλληλη στιγμή. Ὁ ἱερέας καὶ οἱ πιστοὶ ἀγωνιοῦσαν περισσότερο ἀπὸ μένα ἀλλὰ ἦταν ἀδύνατο. Οἱ συνθῆκες χειροτέρευαν.

Οἱ σκοτωμοὶ καὶ οἱ ἐπιθέσεις αὐξάνονταν. Εἶπα νὰ περιμένω. Καὶ πάλιν τώρα, κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀνώμαλες καὶ ἐπικίνδυνες καταστάσεις, εἶπα θὰ πάω κι ὁ Θεὸς νὰ βοηθήσει.

Ἐξήγησα στοὺς πιστοὺς γιὰ τὴν παρουσία τῶν Ἁγίων μὲ τὰ ἅγια λείψανα ποὺ κατάθεσα στὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ τοὺς ἐνίσχυσα, λέγοντάς τους ὅτι τώρα εὐλογήθηκε ὅλη ἡ περιοχὴ καὶ ὅτι μὲ τὴν παρουσία τῶν Ἁγίων δὲν θὰ ὑπάρξουν ἄλλες παρόμοιες καταστάσεις.

Ἃς εἶναι εὐλογημένο καὶ δεδοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ. Ἀμήν.

somalia-1

somalia-2

somalia-3

somalia-4

somalia-5

somalia-6

somalia-7

somalia-8

somalia-10

somalia-11

somalia-12

somalia-13

somalia-14

somalia-15

somalia-16

somalia-17

somalia-18

somalia-19

somalia-20

somalia-21

somalia-22

http://www.romfea.gr/patriarxeia-ts/patriarxeio-alexandreias/12344-egkainia-ierou-naou-sto-terma-tou-indikou-okeanou-foto

 

Ετικέτες:

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ